πελώριος

πελώριος
α, ο[у] громадный, огромный;

πελώριος όγκος — громада


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "πελώριος" в других словарях:

  • πελώριος — the mighty things masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελώριος — ια, ιο / πελώριος και τελώριος, ον, ΝΑ 1. (για έμψυχα) αυτός που έχει μέγεθος πελώρου, τεράστιος, μεγαλόσωμος, υπερμεγέθης, θεόρατος, φοβερός 2. (για άψυχα και αφηρ.) κολοσσιαίος, γιγάντιος, μεγαλειώδης (α. «πελώριο οικοδόμημα» β. «πελώριον… …   Dictionary of Greek

  • πελώριος — α, ο (από το πέλωρ = τέρας ), ο πολύ μεγάλος, ο τεράστιος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πελώριον — πελώριος the mighty things masc/fem acc sg πελώριος the mighty things neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γιγαντένιος, -ια, -ιο — πελώριος: Έχει γιγαντένια δύναμη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πελωρίοις — πελώριος the mighty things masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελωρίου — πελώριος the mighty things masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελωρίους — πελώριος the mighty things masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελωρίῳ — πελώριος the mighty things masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελώρια — πελώριος the mighty things neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελώριε — πελώριος the mighty things masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»